σησάμινος

-ίνη, -ον, Α
1. αυτός που παράγεται ή προέρχεται από σουσάμι («εὔκαρπος ἡ πολλὴ πλὴν ἐλαίου, χρῶνται δὲ σησαμίνῳ», Στράβ.)
2. φρ. «σησάμινον ἔλαιον» ή «σησάμινον χρῑσμα» — σησαμέλαιο, σουσαμόλαδο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σήσαμον «σουσάμι» + κατάλ. -ινος (πρβλ. πύρ-ινος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σησάμινος — made of sesame masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησάμινον — σησάμινος made of sesame masc acc sg σησάμινος made of sesame neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησαμίνου — σησάμινος made of sesame masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησαμίνῳ — σησάμινος made of sesame masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σησάμινα — σησάμινος made of sesame neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ινος — κατάλ. πολλών επιθέτων η οποία απαντά ευρέως ήδη στον Όμηρο χρησιμοποιούμενη ευρύτερα μέχρι σήμερα. Προφανώς προέκυψε αρχικά από τη σύναψη τού επιθ. νο (< IE * no ) σε θ. ονομάτων σε ι (πρβλ. ἴρ ινος < ἶρις, καννάβ ινος < κάνναβις). Τα… …   Dictionary of Greek

  • κυκλάμινος — κυκλάμινος, ἡ και ὁ (Α) το φυτό κυκλάμινο. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. σχηματισμένη από τον τ. κύκλος, κατά το σησάμινος] …   Dictionary of Greek

  • σησαμίνωι — σησαμίνῳ , σησάμινος made of sesame masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.